Αρχαιολογικοί Χώροι και Τοποθεσίες

If you’re visiting Andros for the first time and you have no company, you can keep yourself busy by playing games in mobile casinos with your phone.

Πύργος Αγίου Πέτρου

Στην περιοχή του Άνω Αγίου Πέτρου βρίσκεται ο περίφημος πύργος του Αγίου Πέτρου, που ανήκει στα Ελληνιστικά Χρόνια και χρονολογείται γύρω στον 4ο -3ο αιώνα π.Χ. Ο Πύργος είναι κυλινδρικός, με ύψος 20μ. και διάμετρο 9,40μ. κατασκευασμένος από σχιστόλιθο. Τα ιστορικά στοιχεία μαρτυρούν πως κατασκευάστηκε αρχικά για να προστατεύει τους εργαζόμενους στα γύρω από τον πύργο πλούσια μεταλλεία, αλλά και για τη φύλαξη των μεταλλευμάτων. Είναι πάντως σίγουρο ότι χρησίμευε ακόμη και ως οχυρό για την προστασία των κατοίκων από τις επιδρομές εχθρών και πειρατών. Ιστορικές πηγές αναφέρουν πως στα αρχαία χρόνια οι Ανδριώτες ζούσαν σε διάσπαρτους, απομακρυσμένους και απροστάτευτους οικισμούς και κατέφευγαν με μεγάλους πύργους και οικισμούς σε περίπτωση εχθρικής επίθεσης. Αλλά και στο Βυζάντιο και κατά το Μεσαίωνα σκοπός της λειτουργίας του πύργου ήταν η άμυνα κατά των εχθρών, ιδιαίτερα των πειρατών από τους οποίους κινδύνευαν σοβαρά οι κάτοικοι. Υπάρχει ακόμα η εκδοχή να λειτουργούσε ως φρυκτωρία, δηλαδή πύργος μετάδοσης φωτεινών σημάτων με δαδιά, για την γρήγορη μεταφορά μηνυμάτων. Η ίδια η κατασκευή του θυμίζει θησαυροφυλάκιο. Ο πύργος προσέφερε προστασία από εχθρικές εισβολές, ενώ η είσοδός του μπέρδευε τους ανεπιθύμητους επισκέπτες και λειτουργούσε ως παγίδα. Πάνω από την πόρτα εσωτερικά υπήρχε εξώστης που χρησίμευε σαν προμαχώνας, πάνω στον οποίο μάχονταν οι πολεμιστές που φρουρούσαν τον πύργο. Η στρογγυλή του βάση, περιφέρειας 21 μέτρων, πάνω στην οποία στηρίζεται, αποτελεί ένα με το σώμα του πύργου και διακρίνεται από τον μεγαλύτερο όγκο της, αλλά και από το είδος της τεχνοδομίας της. Σήμερα ο θόλος της βάσης έχει καταρρεύσει, όπως επίσης και το τμήμα του επάνω μέρους του πύργου. Σώζεται όμως, ακόμα, τμήμα της ελικοειδούς πέτρινης σκάλας που οδηγούσε παλιά σε άλλους πέντε περίπου ορόφους.

Μονή Σωτήρος

Σε απόσταση 8 χλμ από το Γαύριο, στη θέση Καμάρα της περιφέρειας του χωριού Γίδες βρίσκεται η μονή Σωτήρος, γνωστή και ως Μονή Παντοκράτορος. Η Μονή ιδρύθηκε το 1596 από τον Ανδριώτη μοναχό Μάξιμο Μαγνέντιο και βρίσκεται ακριβώς απέναντι από την Μονή Αγίας, στην οποία προσαρτήθηκε ως μετόχι το 1634 και παραμένει ως σήμερα. Το 1957 τιμήθηκε με το σταυροπηγιακό προνόμιο από τον τοποτηρητή τότε του Οικουμενικού Θρόνου Μελέτιο Πηγά, όμως άλλαξε καθεστώς όταν έγινε μετόχι της Μονής Αγίας. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό δείγμα Βυζαντινής Τέχνης, που όμως σήμερα είναι τελείως εγκαταλελειμμένο.

Μονή Αγίας

Πάνω από το Κυπρί, στην περιοχή Καψοράχης, βρίσκεται η Μονή Ζωοδόχου Πηγής, γνωστής και ως Αγίας. Το μοναστηριακό συγκρότημα είναι χτισμένο σε μια βουνοπλαγιά, περιστοιχισμένο από ισχυρό τείχος και με θέα που εκτείνεται στα νησιά των δυτικών Κυκλάδων. Το πρώτο στοιχείο για την ύπαρξη της μονής είναι το 1535, ενώ μνεία γίνεται για τη «νέα μονή» και το 1576. Γύρω στα μέσα του 16ου αιώνα ανακαινίζεται ριζικά από τον Ανδριώτη μοναχό Μακάριο Ντελλαγραμματικό και τον Σπαρτιάτη μοναχό Στρατήνικο Στρατηγόπουλο. Το σημερινό μοναστήρι διαμορφώθηκε κατά τον 18ο αιώνα. Πολύ γρήγορα από την ίδρυσή της, απέκτησε πολλά κτήματα και μετόχια από αφιερώσεις. Εκτός όμως από τις ιδιοκτησίες της στην Άνδρο, απέκτησε κατά καιρούς και πολλά προσοδοφόρα μετόχια σε άλλα μέρη της Ελλάδας, όπως στην Αθήνα, την Τήνο, και τον Πόρο. Κατά τον 19ο αιώνα όμως ο αριθμός των μοναχών μειωνόταν συνεχώς, μέχρι που στον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο διαλύθηκε και έγινε το 1927 μετόχι της μονής Αγίου Νικολάου. Τον επόμενο χρόνο, σε ανασύσταση που έγινε, ανακηρύχθηκε γυναικεία μονή (όπου παραμένει μέχρι και σήμερα) και εγκαταστάθηκαν εκεί 30 μοναχές από το μοναστήρι Νέος Άθως της Λακωνίας. Σήμερα η μονή κατοικείται μόνο από δύο-τρεις καλόγριες και βρίσκεται σε μεγάλο μαρασμό. Στη μονή σώζεται η κάρα του Αγίου Τρύφωνος αλλά και πολλά λείψανα άλλων αγίων. Αξιοθαύμαστη είναι η βιβλιοθήκη, στην οποία διασώζονται πολλά σπάνια έντυπα, 195 χειρόγραφα (πολλά εκ των οποίων είναι του 16ου αιώνα) και δώδεκα πατριαρχικά σιγίλια, που αναφέρονται στη μονή και χρονολογούνται μεταξύ 1597 και 1600. Υ

Υψηλή

Στην περιοχή Κάτω Απροβάτου υπάρχει ο αρχαιολογικός χώρος της Υψηλής, ο οποίος ανήκει στη Γεωμετρική Περίοδο και οι ανασκαφές του βρίσκονται σε εξέλιξη. Η Υψηλή είναι ένας μεγάλος λόφος στο κέντρο περίπου της δυτικής ακτής του νησιού, στο πάνω μέρος του οποίου εκτείνονται τα ερείπια του οικισμού, ενώ την κορυφή καταλαμβάνει η οχυρωμένη ακρόπολη. Η ανασκαφή έξω από το τείχος έφερε στο φως ογκώδη οικοδομήματα, τα οποία πιθανότατα αποτελούν τμήμα του οχυρωματικού συστήματος. Στο κέντρο περίπου της ακροπόλεως, ανασκάφτηκε ο ναός, ο οποίος είναι μεγαρόσχημος, με διαστάσεις 7 επί 10 μέτρα και χρονολογείται στην Αρχαϊκή Εποχή (6ος αιώνας π.Χ.). Ο διπλός βωμός και τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι ενδεχομένως υπήρχε εδώ διπλή λατρεία, ίσως της Δήμητρας και της Περσεφόνης. Επίσης, μέσα στα όρια της ακροπόλεως αποκαλύφθηκε τμήμα σημαντικού οικοδομικού συγκροτήματος με τέσσερις οικιστικές φάσεις, από τη Γεωμετρική μέχρι και την Ελληνιστική και Ρωμαϊκή Εποχή. Σε άλλο σημείο, ανατολικότερα, βρέθηκε κτίριο με υποπρωτογεωμετρική κεραμική, που δείχνει, ότι η εγκατάσταση στην Υψηλή ανάγεται τουλάχιστον στον 10ο αι. π.Χ. Ο οικισμός φαίνεται να εγκαταλείφθηκε σε μεγάλη έκταση κατά το τέλος του 8ου αι. π.Χ., αλλά η ζωή συνεχίστηκε στον περιορισμένο χώρο της ακροπόλεως.

Παλαιόπολη

Λίγο μετά την Υψηλή θα συναντήσετε την αρχαιολογικό χώρο της Παλαιόπολης, όπου βρισκόταν η αρχαία πρωτεύουσα της Άνδρου. Η πόλη περιλάμβανε αγορά, λιμάνι, ακρόπολη σε δεσπόζουσα θέση, κοντά στο σημερινό ναΐσκο του Αγ. Δημητρίου και πιθανόν, θέατρο ή στάδιο. Ο περίβολος του οικισμού, περιέκλειε τεράστια έκταση, ενώ η οχύρωσή του ήταν πολύ σημαντική. Παλαιοχριστιανικές βασιλικές και επιγραφές αποδεικνύουν, ότι η πόλη υπήρχε τουλάχιστον ως τον 5ο αιώνα π.Χ., ενώ τα παλαιότερα ίχνη κατοίκησης χρονολογούνται στη Μυκηναϊκή Εποχή. Μεγάλη ακμή άρχισε να γνωρίζει η πόλη κατά τους Αρχαϊκούς χρόνους (6ος αι.π.Χ.). Σε αυτήν την εποχή ανήκει ένας κούρος, η κόρη της Κοπεγχάγης και το σύμπλεγμα Πήγασου και Βελλερεφόντη. Κατά την Ελληνιστική Εποχή, η πόλη οχυρώθηκε με ισχυρότατο τείχος, ενισχυμένο με τετράγωνους πύργους. Επίσης, διασώζονται τμήματα του διατειχίσματος που χώριζε την ακρόπολη από την κυρίως πόλη, που εκτεινόταν προς την παραλία. Στην περιοχή του ανατολικού νεκροταφείου υπάρχουν μνημειώδεις τοίχοι κατασκευασμένοι από ντόπια πέτρα. Στα επιτύμβια γλυπτά συγκαταλέγεται και το υπερφυσικό μαρμάρινο άγαλμα του λέοντος του 4ου αι. π.Χ., το οποίο ήταν στημένο πάνω σε ταφικό μνημείο. Την ίδια περίπου εποχή φαίνεται να διαμορφώθηκε το λιμάνι με την κατασκευή λιμενοβραχίονα, που σήμερα είναι βυθισμένος στην θάλασσα. Η ζωή της πόλης συνεχίστηκε τουλάχιστον μέχρι τον 6ο αι. π.Χ., όπως δείχνουν τα ποικίλα μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη και τα ερείπια των πρωτοβυζαντινών βασιλικών εκκλησιών που υπάρχουν στην περιοχή. Η τοποθεσία είναι γεμάτη αρχαιολογικά ευρήματα, που φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Άνδρου. Στο Αρχαιολογικό Μουσείο Παλαιόπολης μην παραλείψετε να δείτε τον Ύμνο της Ίσιδος, ένα επιγραφικό μνημείο που σώζει τον ύμνο μιας θεότητας των Ύστερων Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων.

Μικρογιάλι

Στο τέλος της 4ης χιλιετίας αναπτύχθηκε άλλος ένας μικρός, αλλά αξιόλογος οικισμός στη θέση Μικρογιάλι, στην ανατολική ακτή της βόρειας Άνδρου. Τα κεραμικά ευρήματα δείχνουν ότι χρονολογικά αντιστοιχεί με έναν άλλο σημαντικό οικισμό των Κυκλάδων στην Κεφάλα της Κέας. Το Μικρογιάλι καλύπτει την πολύ ενδιαφέρουσα μεταβατική φάση από τη Νεολιθική Εποχή στην πρώτη περίοδο της Εποχής του Χαλκού, την Πρωτοκυκλαδική (3η χιλιετία π.Χ.), που αποτελεί και την αρχή του Κυκλαδικού Πολιτισμού.